απογυμνώνω


απογυμνώνω
απογυμνώνω, απογύμνωσα βλ. πίν. 3

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • απογυμνώνω — (AM ἀπογυμνῶ, όω) 1. ξεγυμνώνω, γδύνω εντελώς 2. αφοπλίζω 3. αφαιρώ εντελώς κάτι από κάποιον, τον ληστεύω νεοελλ. λεηλατώ αρχ. 1. αποκαλύπτω, φανερώνω 2. εξηγώ 3. ( ούμαι) γίνομαι ορατός, φανερώνομαι …   Dictionary of Greek

  • απογυμνώνω — ωσα, ώθηκα, ωμένος. 1. ξεγυμνώνω, γδύνω (κυριολ. και μτφ.), κλέβω: Μπήκαν κλέφτες στο σπίτι τους και το απογύμνωσαν. 2. ξεσκεπάζω κάποιον: Ύστερα από αυτά που έγραψαν οι εφημερίδες απογυμνώθηκε πια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • περισυλώ — άω, Α 1. αφαιρώ κάτι ολόγυρα, αφαιρώ τελείως 2. απογυμνώνω κάποιον ή κάτι από όλα ὁσα είχε επάνω του 3. κλέβω, αρπάζω 4. (κυρίως σχετικά με νεκρούς) κλέβω ὁ,τι πολύτιμο έχει, διενεργώ πλήρη σύληση. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + συλῶ «αφαιρώ,… …   Dictionary of Greek

  • περιψιλώ — όω, ΜΑ μαδώ, απογυμνώνω (α. «τῶν νεκρῶν περιψιλωθέντων τὰς σάρκας» όταν οι νεκροί απογυμνώθηκαν από τις σάρκες, Ηρόδ. β. [για κρεμμύδια] «περιψιλώσας τὰς κεφαλὰς αὐτῶν», Γεωπ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + ψιλῶ «απογυμνώνω»] …   Dictionary of Greek

  • αναγυμνώ — ἀναγυμνῶ ( όω) (Α) απογυμνώνω, ξεσκεπάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + γυμνῶ] …   Dictionary of Greek

  • αναδέρω — ἀναδέρω (Α) 1. γδέρνω, ξύνω, ξεφλουδίζω το δέρμα 2. απογυμνώνω, ξεσκεπάζω, εκθέτω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + δέρω] …   Dictionary of Greek

  • ανασκευάζω — (Α ἀνασκευάζω) [σκευάζω] 1. αναιρώ, ανατρέπω επιχειρήματα ή κατηγορία αρχ. Ι. ενεργ. 1. ετοιμάζω τις αποσκευές για αναχώρηση 2. απογυμνώνω, ερημώνω, καταστρέφω II. μέσ. 1. διαλύω το στρατόπεδο και αναχωρώ 2. διαλύομαι, χρεωκοπώ …   Dictionary of Greek

  • ανασκουμπώνω — (Μ ἀνασκουμπώνω) Ι. ανασηκώνω τα μανίκια «ανασκούμπωσέ με» II. μέσ. 1. σηκώνω τα μανίκια και απογυμνώνω τα χέρια για να μην εμποδίζομαι στην εργασία μου 2. προετοιμάζομαι, είμαι έτοιμος να ενεργήσω. [ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. ανακομβώ < ανα * + κομβώ… …   Dictionary of Greek

  • απαμφιάζω — ἀπαμφιάζω (Α) 1. (για ενδύματα) βγάζω, αποβάλλω 2. μτφ. απογυμνώνω 3. μέσ. μτφ. αποκαλύπτω, φανερώνω …   Dictionary of Greek

  • απεκδύομαι — (Α ἀπεκδύομαι) νεοελλ. (της ευθύνης) πετώ από πάνω μου, δεν αναλαμβάνω αρχ. 1. βγάζω τα ρούχα, γδύνομαι 2. ρίχνω, πετώ μακριά μου 3. απογυμνώνω, αποστερώ …   Dictionary of Greek